
Συντάκτης
Siamak Zarei-Ghanavati. J Cataract Refract Surg 2026; 52:398–405
O καταρράκτης και η εκφύλιση της ωχράς κηλίδος είναι δύο παθολογίες που συχνά συνυπάρχουν σε μεγάλη ηλικία. Μοιράζονται κοινούς παράγοντες κινδύνου, όπως γήρανση, υπεριώδη ακτινοβολία, κάπνισμα και παχυσαρκία καθώς και παθοφυσιολογικούς μηχανισμούς όπως το οξειδωτικό στρες. Η ανασκόπηση αυτή διαπραγματεύεται την υπάρχουσα γνώση για την προεγχειρητική μελέτη, επιλογή ενδοφακού καθώς και διεγχειρητικούς και μετεγχειρητικούς προβληματισμούς σε άτομα με εκφύλιση ωχράς κηλίδος υποψήφιους για επέμβαση καταρράκτη.
Προεγχειρητικοί προβληματισμοί: πριν τη επέμβαση του καταρράκτη συνιστάται ένας πλήρης έλεγχος διάφoρων παραμέτρων της όρασης, όπως οπτική οξύτητα, ευαισθησία αντίθεσης, αντίληψη χρωμάτων, προσαρμογή στο σκοτάδι και οπτικά πεδία. Με αυτόν τον τρόπο εκτιμάται η συμμετοχή της ωχροπάθειας στο πρόβλημα της όρασης και μπορεί να εξηγηθεί καλύτερα στον ασθενή η πρόγνωση της επέμβασης. Μελέτες έχουν δείξει ότι η ποιότητα ζωής και η λειτουργικότητα των ασθενών με καταρράκτη και ωχροπάθεια βελτιώνεται όταν χειρουργείται ο καταρράκτης. Οι ασθενείς πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι η επέμβαση του καταρράκτη δεν αναχαιτίζει την εξέλιξη της ωχροπάθειας και συνεχίζουν να χρήζουν συστηματικής παρακολούθησης.
Η κλινική εξέταση της ωχράς μπορεί να αναδείξει ευρήμα-τα που σχετίζονται με την πρόγνωση, όπως κεντρική ατροφία, Drusen, διαταραχές μελαγχρόου επιθηλίου, υπαμφιβληστροειδικές αιμορραγίες και ουλοποίηση. Ιδανικά όμως η ωχρά πρέπει να εκτιμάται με οπτική τομογραφία συνοχής, αυτοφθορισμό και κλασική ή OCT αγγειογραφία. Ενεργός νεοαγγείωση χρήζει θεραπείας πριν την επέμβαση καταρράκτη. Το καλύτερο διάστημα για επέμβαση είναι όταν επιτευχθεί απορρόφηση του εξιδρωματικού υγρού. Ένα μέσο διάστημα από την έναρξη της ενέσιμης αγωγής μέχρι το χειρουργείο καταρράκτη είναι περίπου 14 μήνες, ενώ μελέτες περιστατικών στα οποία το χειρουργείο έγινε εντός των πρώτων 6 μηνών είχαν χειρότερη πρόγνωση. Σε ασθενείς με ξηρά εκφύλιση της ωχράς κηλίδος δεν χρειάζεται κάποια παρέμβαση προεγχειρητικά.
Επιλογή ενδοφακού: οι ασθενείς με ωχροπάθεια ωφελούνται από ασφαιρικούς μονοεστιακούς ενδοφακούς. Αυτοί βελτιώνουν την ευαισθησία αντίθεσης (CS), μειώνουν το κόμμα και τα glare. Οι τορικοί ενδοφακοί πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε πολλαπλές ενδοϋαλοειδικές ενέσεις καθότι μπορεί να έχει τραυματιστεί το περιφάκιο ή να πάσχει η Ζίννειος ζώνη. Οι πολυεστικοί ενδοφακοί έχουν σχετική αντένδειξη λόγω μείωσης του CS. Οι EDoF ενδοφακοί, ειδικά τα μη περιθλαστικά μοντέλα , θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε ασθενείς με αρχόμενη, ήπια, μη εξελισσόμενη ωχροπάθεια. Το μπλε φίλτρο στους ενδοφακούς δεν φαίνεται να προστατεύει από την εμφάνιση ή εξέλιξη της ωχροπάθειας. Σε προχωρημένα στάδια ωχροπάθειας ο ασθενής μπορεί να είναι υποψήφιος για ειδικά μοντέλα ενδοφακών που λειτουργούν τηλεσκοπικά ή με κεντρική μεγέθυνση.
Διεγχειρητικοί χειρισμοί: μεγάλης σημασίας είναι ο περιορισμός της έκθεσης στο φως του μικροσκοπίου. Η διάρκεια της επέμβασης πρέπει να είναι η συντομότερη δυνατή, όπως και η ένταση του φωτός του μικροσκοπίου. Με τον τρόπο αυτό μειώνεται η προκαλούμενη φλεγμονή και η ενεργοποίηση των κυτοκινών που επιβαρύνουν την ωχροπάθεια. Ο κίνδυνος διεγχειρητικών επιπλοκών λόγω προηγούμενων ενδοϋαλοειδικών εγχύσεων είναι αυξημένος εξαιτίας πιθανού τραυματισμού του περιφακίου και της Ζιννείου. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με μελέτες, ο κίνδυνος για ρήξη περιφακίου όταν έχουν προηγηθεί πάνω από 10 ενέσεις είναι μεγαλύτερος κατά 2.6 φορές. Ένας καταρράκτης που εξελίχθηκε απότομα πρέπει να εγείρει υποψίες για πιθανή επιπλοκή. Η σύγκριση κλασικής φακοθρυψίας και FLACS δεν ανέδειξε υπεροχή της δεύτερης παρόλο που κάποιες μελέτες υποστηρίζουν ότι η συντομότερη χρήση φακοθρυψίας με προετοιμασία του πυρήνα με FS λειτουργεί προστατευτικά. Οι διεγχειρητικές διακυμάνσεις της ενδοφθάλμιας πίεσης, ειδικά η υποτονία θα πρέπει να αποφεύγονται. Τέλος, ενώ η ταυτόχρονη χορήγηση anti VEGF παράγοντα είναι μία τεχνική με πολλές αναφορές και πιθανά οφέλη λόγω μείωσης των μεσολαβητών της φλεγμονής που παράγονται διεγχειρητικά, στερείται ισχυρών μελετών για την αποτελεσματικότητά της. Σε κάθε περίπτωση η προσέγγιση πρέπει να εξατομικεύεται, ενώ μεγάλης σημασίας είναι και η στεγανοποίση των τομών πριν την έγχυση.
Μετεγχειρητικοί προβληματισμοί: ο έλεγχος της μετεγχειρητικής φλεγμονής είναι σημαντικός. Η σχέση της επέμβασης καταρράκτη με την εξέλιξη της ωχροπάθειας αποτέλεσε αντικείμενο πολλών μελετών, με τις περισσότερες να υποστηρίζουν ότι η επέμβαση του καταρράκτη δεν προκαλεί επιδείνωση της ωχροπάθειας. Όσον αφορά τη βελτίωση της οπτικής λειτουργίας αυτή είναι σημαντική μετά την επέμβαση του καταρράκτη. Η ενίσχυση του CS καθώς και η μείωση των φωτοπικών φαινομένων είναι από τα βασικά οφέλη. Επιπρόσθετα, ακόμα και σε προχωρημένες ωχροπάθειες που μετεγχειρητικά δεν υπάρχει μετρήσιμη βελτίωση της οπτικής οξύτητας, η όραση στο σύνολό της βελτιώνεται με χαρακτηριστική μείωση των πτώσεων των ασθενών και διεύρυνση του οπτικού πεδίου. Σε ασθενείς με νεοαγγειακή μορφή της νόσου, η βελτίωση ήταν μεγαλύτερη όσο μικρότερο ήταν το διάστημα μεταξύ της τελευταίας ένεσης και της επέμβασης (<3 μήνες). Επιπρόσθετα, οι ασθενείς μετά την αφαίρεση του καταρράκτη είναι πιθανότερο να διαπιστώσουν έγκαιρα κάποια μεταβολή στη όρασή τους και να απευθυνθούν στον οφθαλμίατρο, ενώ παράλληλα επιτρέπεται η καλύτερη κλινική παρακολούθηση.
Συμπερασματικά, η επέμβαση καταρράκτη βοηθά στη βελτίωση των παραμέτρων της όρασης ασθενών με ωχροπάθεια. Σωστή και εξατομικεύμενη προσέγγιση είναι απαραίτητη για την επίτευξη του βέλτιστου αποτελέσματος για τον κάθε ασθενή.


